ἑρμαϊσταί

ἑρμ-αϊσταί, οἱ,
A worshippers of Hermes, IG12 (1).162 ([place name] Rhodes), Inscr.Cos156; = Lat. Mercuriales, SIG726.1 (Delos, i B.C.). (Written Ἑρμαιισταί, Exploration archéologique de Délos7(1).118.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερμαϊσταί — ἑρμαϊσταί, οἱ (Α) επίγρ. θίασος ή εταιρεία λατρευτών τού Ερμή. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ισχυρό θ. Ερμᾱ τού Ερμής + κατάλ. ιστής] …   Dictionary of Greek

  • συνερμαϊσταί — oἱ, Α [ἑρμαϊσταί] σύντροφοι, μέλη τού θιάσου τών λατρευτών τού Ερμή …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.